βρίζω

βρίζω, [tense] aor.
A

ἔβριξα E.Rh.826

(lyr.):—[voice] Pass., [tense] aor. βρισθείς· ὑπνώσας, Hsch.:—poet. Verb, to be sleepy, nod,

οὐκ ἂν βρίζοντα ἴδοις Ἀγαμέμνονα Il.4.223

; slumber,

βρίζων A.Ch.897

;

δόξαν . . βριζούσης φρενός Id.Ag.275

: metaph. of guilt,

βρίζει γὰρ αἷμα Id.Eu.280

.
II βρίζει· ἐσθίει, πιέζει, κύει, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βρίζω — to be sleepy pres subj act 1st sg βρίζω to be sleepy pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρίζω — βρίζω, έβρισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βρίζω — Θαλάσσια θεότητα, που χρησμοδοτούσε με όνειρα και λατρευόταν κυρίως στη Δήλο. Σε αυτήν κατέφευγαν σύζυγοι, μητέρες και αδελφές των ναυτικών, ζητώντας πληροφορίες για τους συγγενείς τους. * * * (I) υβρίζω, λέω λόγια προσβλητικά και άπρεπα. [ΕΤΥΜΟΛ …   Dictionary of Greek

  • βρίζω — [вризо] р. ругать, бранить, оскорблять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βρίζω — έβρισα, βρίστηκα, βρισμένος 1. μιλώ υβριστικά: Έμαθε από μικρός να βρίζει. 2. προσβάλλω κάποιον: Τον χτύπησα γιατί έβρισε χυδαία τη μάνα μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ατσαλίζω — βρίζω …   Dictionary of Greek

  • βρίξαι — βρίζω to be sleepy aor imperat mid 2nd sg βρίζω to be sleepy aor inf act βρίξαῑ , βρίζω to be sleepy aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρίζει — βρίζω to be sleepy pres ind mp 2nd sg βρίζω to be sleepy pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρίζοντα — βρίζω to be sleepy pres part act neut nom/voc/acc pl βρίζω to be sleepy pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρίσαν — βρίζω to be sleepy aor part act neut nom/voc/acc sg βρίζω to be sleepy aor ind act 3rd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Бридза — (Βριζώ) богиня на Делосе, чтимая особенно женщинами, которые приносили ей в небольших челночках съестные припасы для того, чтобы она охраняла мореплавателей. По преданию, она давала также прорицания во сне …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.